Λόγια...Άνεμοι της Ψυχής

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΔΙΣΑΚΙΑ

Υβόνη – Αντώνη Δεσύλλα

 

Υβόνη

 

Ο Βασίλης κόντευε τα σαρανταοκτώ. Ό,τι παρατηρούσε πάνω του πως άρχιζε να αλλάζει το παραδεχόταν με δυσκολία. Με δυσκολία βάδιζε τώρα στο ανηφορικό, λιθόστρωτο καλντερίμι του Ενετικού Κάστρου. Το περιττό βάρος περίπου δέκα κιλών και ο καθιστικός τρόπος ζωής τον δυσκόλευαν και σ’ αυτήν ακόμα την ευχάριστη διαδρομή. Μόλις που είχε πέσει το σούρουπο κι η εικόνα της παλιάς πόλης άλλαζε μαγικά με το παραδοσιακό, στο οποίο κυριαρχούσαν οι στέγες με τα παλιά κερκυραϊκά κεραμίδια να βάφεται κόκκινο από τον ήλιο που σεργιάνιζε εκείνη τη στιγμή στον ουρανό.
Όσο ανηφόριζε βαδίζοντας πάνω στο πέτρινο καλντερίμι τόσο ξεκουράζονταν από την κοπιαστική μέρα που είχε περάσει. Η  αίσθηση του χώρου τον ξεκούραζε. Ψηλά στα μεσαιωνικά δώματα του Κάστρου εγκαινιάζονταν απόψε μία έκθεση ζωγραφικής ενός φίλου και έπρεπε να περάσει από κει βιαστικά  έστω για λίγο.
Εκεί στον υπαίθριο χώρο του ψηλού προμαχώνα, που είχε μετατραπεί σε θεατράκι, είδε να ετοιμάζονται τα απαραίτητα για μία μουσικοχορευτική εκδήλωση, να γίνονται οι τελευταίες πρόβες και -Ω! τι θαυμάσιο- άκουσε  εβραϊκή μουσική.                                                                                                                                                                        Σκέφτηκε ότι είχε ήδη αργήσει σε σχέση με την πρόσκληση που είχε λάβει για τις οκτώμιση, όμως αυτό δεν μπορούσε να το ξεπεράσει έτσι απαρατήρητα. Του άρεσαν τα μουσικά κομμάτια από τους λαούς όλου του κόσμου. Είχε μία ιδιαίτερη αίσθηση και ανταπόκριση στο φολκλόρ και την αυθεντική λαϊκή μουσική. Όμως, η μουσική των Εβραίων, τα τραγούδια τους, οι παραδοσιακές τους στολές τον ξετρέλαιναν στην κυριολεξία. Για πρώτη φορά γνώρισε αυτά τα μουσικοχορευτικά κομμάτια βλέποντας στο σινεμά το “Βιολιστή στη στέγη” με τον Τοπόλ στο ρόλο του Εβραίου χωρικού γαλατά. Ίσως να υπήρχε κάτι πιο βαθύ που τον έκανε να ενθουσιάζεται αυτή τη στιγμή στην ιδέα ότι μπορούσε ν’ ακούσει μουσική από το Ισραήλ. 
Ανέβηκε στο χώρο της έκθεσης χωρίς άλλη καθυστέρηση και έκανε όλα τα τυπικά που κάνει κάποιος σε τέτοιες εκδηλώσεις. Η αλήθεια είναι ότι η εκεί παρουσία του δεν θα ήθελε να είναι τυπική αλλά να έχει ουσιαστικότερο περιεχόμενο, να μπορεί να μείνει περισσότερη ώρα  να μπορεί να μιλήσει σε βάθος για το εικαστικό έργο, τόσο με τον ίδιο τον  καλλιτέχνη, όσο και με άλλους που ενδιαφέρονταν για την τέχνη.
Θα ‘θελε ακόμη καταλήγοντας σε κάποιο από τα έργα που εκτίθονταν να μπορούσε να το αγοράσει και να εμπλουτίσει έτσι τη μικρή συλλογή του. Ο Βασίλης αγαπούσε την τέχνη με έναν τρόπο παράξενο – δικό του τρόπο. Το σίγουρο είναι ότι δεν είχε καλλιέργεια περί τις εικαστικές τέχνες, τον συγκινούσε όμως ένα έργο που ικανοποιούσε το καλαισθητικό του συναίσθημα την δική του ευαισθησία. Έτσι κι απόψε μπόρεσε να δει έργα που για άλλους ίσως ήταν τρομακτικά, επειδή εμφάνιζαν τα αποστεωμένα παιδιά της Αφρικής, για κείνον όμως είχαν μεγάλη αξία. Ο ανθρώπινος πόνος κι η δυστυχία τον άγγιζαν στα μύχια της καρδιάς του. 
Ο καλλιτέχνης, την έκθεση του οποίου ήλθε να επισκεφθεί απόψε ο Βασίλης, ήταν φίλος. Η ζωγραφική του τον συγκινούσε για την πλαστικότητά της αλλά και για το πώς κατάφερνε να συνδυάζει τη φύση με την τέχνη του. Ένα μικρό λιθαράκι φερμένο απ‘ το Βεζούβιο ή ένα αποκαΐδι ξύλου από κατεστραμμένο δάσος και να ένα έργο τέχνης. Όλα αυτά ο Βασίλης τα έβλεπε πολύ φυσικά και του άρεσαν. Είχε δική του οπτική γωνία σχετικά με την τέχνη. Πίστευε ότι στη σημερινή εποχή, αν ζούσαν διάσημοι ζωγράφοι όπως ο Ρούμπενς ή οι Φλαμανδοί, σίγουρα θα είχαν αναγκαστεί να γίνουν και λίγο πεσιμιστές για να μην αποσυνδέουν την τέχνη από την καθημερινότητα.                                                                                            
Στάθηκε όση ώρα του ήταν απαραίτητη για να περιηγηθεί όλους τους πίνακες και τα γλυπτά της έκθεσης και ακόμη περισσότερη, για να απολαύσει την αισθητική ανάταση που του προσέφεραν τα συγκεκριμένα κομμάτια. Η αίσθηση του χώρου τον έκανε να αισθάνεται πολύ καλύτερα.                                                                               
Πίστευε σ’ αυτή την αξιοποίηση του Κάστρου. Τέχνη και ιστορία, χώρος στέγασης της σύγχρονης καλλιτεχνικής προσφοράς. Καληνύχτησε για να φύγει ευχαριστημένος από την επίσκεψη στην έκθεση.
Βρέθηκε ξανά στην μικρή πλατεία στην κορυφή του Κάστρου, η οποία είχε μετατραπεί σε υπαίθριο θεατράκι και γίνονταν οι τελευταίες ετοιμασίες για την αποψινή παράσταση με φολκλορικούς χορούς από το Ισραήλ. Κατευθύνθηκε προς την έξοδο λυπημένος, που δεν θα μπορούσε να την παρακολουθήσει.
Άρχισε πάλι να καμαρώνει την ομορφιά, που του πρόσφερε το Βενετσιάνικο λιθόστρωτο καλντερίμι. Ήδη ο κόσμος άρχισε να προσέρχεται για να παρακολουθήσει την παράσταση. Ανάμεσά τους διέκρινε γνωστούς Εβραίους συμπολίτες, που με χαρά και αγωνία πήγαιναν να παρακολουθήσουν τους ομόφυλούς και ομόθρησκούς τους. Η Κέρκυρα ήταν ο τόπος τους, ο τόπος που γεννήθηκαν αυτοί και οι πατεράδες τους. Πατρίδα όμως του έθνους τους, της φυλής τους είναι το Ισραήλ.
Ο γέρο Σάμης, παλιό μέλος της ισραηλιτικής κοινότητας, έσερνε με δυσκολία τα βήματά του στο ανηφορικό πέτρινο δρομάκι. Σίγουρα γι’ αυτόν δεν υπήρχε η χαρά  της αίσθησης του χώρου. Το τοπίο δεν τον συγκινούσε, ούτε η ωραία βραδιά  ήταν αυτή που τον έφερνε στο παλιό Βενετσιάνικο Κάστρο. Ίσα – ίσα την ιστορία της Κέρκυρας δεν ήθελε να τη θυμάται. Δεν του ήταν ευχάριστη. Ήταν κι αυτός ένα κομμάτι της ιστορίας αυτού του τόπου. Όσο όμως και αν δεν το θέλει, θυμάται τακτικά εκείνη πως εκείνη την Παρασκευή το βράδυ, στις έντεκα  του Ιούνη του σαραντατέσσερα, οι Γερμανοί τον φόρτωσαν σε ένα στρατιωτικό μεταγωγικό πλοίο με  άλλους συμπατριώτες Εβραίους και τους πήραν “αποστολή” για Ηγουμενίτσα.         
Τρεις τέσσερις μέρες πριν είχαν πάρει εντολή όλοι οι εβραϊκής καταγωγής Κερκυραίοι να παρουσιαστούν στην Πλατεία μπροστά από το Φρούριο. Είχε προηγηθεί καταγραφή που έγινε με τη βοήθεια των ντόπιων διορισμένων αρχών και των καταδοτών και κανένας δεν μπορούσε να ξεφύγει. Εκεί μέσα στο φρούριο οι Γερμανοί κατακτητές τους κράτησαν και τους κακομεταχειρίστηκαν πολύ. Δυο νύκτες μετά, τους πέρασαν από το μικρό λιμάνι της Μαντρακίνας σε πλοίο, που τους μετέφερε από την Ηγουμενίτσα στη Λευκάδα και από κει στην Πάτρα…Θυμάται αυτό το ταξίδι βλέποντας φωταγωγημένο απέναντί του το μικρό λιμανάκι.                                                                                        
Στο νού του έρχεται ένα τραγούδι της θλίψης, που τραγούδησαν εκείνο το βράδυ οι Κερκυραίοι Εβραίοι βλέποντας να απομακρύνονται από τον τόπο τους.
Ένα τόσο γνωστό τραγούδι της εποχής, που ωστόσο ο τόνος της φωνής τους το έκανε μονότονο και λυπητερό

“Έτσι ειν’ η ζωή μωρό μου

Πάντα έτσι ειν’ η ζωή

κι όποιος δεν τη ζει,

σιγά  φυλλορροεί”.

Τραγούδαγαν μοιρολατρικά, ταξιδεύοντας σ’ άγνωστους γι’ αυτούς τόπους, σ’ άγνωστες καταστάσεις. Χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν έβλεπαν να χάνεται από μπροστά τους η Κέρκυρα, ο τόπος που είχαν γεννηθεί, που έζησαν τόσο ωραία χρόνια και την αγάπησαν σαν πατρίδα τους. Ηγουμενίτσα, Λευκάδα, Πάτρα να στοιβάζονται οι ομόθρησκοί τους σαν ζώα επί σφαγή. Η φυλή του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ να ακολουθεί μία ακόμη φορά τη μοίρα της.
Από κει στο Χαϊδάρι. Τόποι και μνήμες βαρειές. Άθλια η μεταχείρισή τους, το τσουβάλιασμα στο τρένο για Γερμανία, που έγινε η διαλογή τους. Οι ικανοί για εργασία και νέοι στην ηλικία άνδρες από δεκαπέντε μέχρι πενήντα χρονών στα στρατόπεδα καταναγκαστικών έργων. Οι γεροντότεροι και τα γυναικόπαιδα όλα, στα κρεματόρια του Άουσβιτς και του Νταχάου. Ο Σάμης ήταν είκοσι εφτά χρονών, μαζί με άλλους Κερκυραίους μεταφέρθηκε από κει στο στρατόπεδο του Μπεργκενάου στην Πολωνία.
Τίποτ’ άλλο δεν είδε. Τίποτα δεν θέλει να θυμάται. Γύρισε στην Κέρκυρα τον Αύγουστο του σαρανταπέντε και ζει άλλα πενήντα τόσα χρόνια, βλέποντας να φυλλορροεί η κοινότητα των Εβραίων, που κάποτε ήταν ανθηρή και κραταιά. Έτσι είν’ η ζωή…

Απόψε ο γέρο Σάμης ήλθε με δυσκολία στο παλιό Βενετσιάνικο Κάστρο σ’ αυτό που οι Γερμανοί κατακτητές είχαν στήσει το στρατηγείο τους, για να πάρει λίγη ζωή. Ναι, γι’ αυτό ήλθε. Ήθελε να καμαρώσει τα νεαρά Eβραιόπουλα, που έφτασαν από το Πανεπιστήμιο της Τζερούσαλεμ, ν’ ακούσει μουσική από τη μακρινή μεγάλη Πατρίδα και να πάρει λίγη ακόμη ζωή.
Ο Βασίλης δεν ήθελε να χάσει αυτή την παράσταση. Τηλεφώνησε στη γυναίκα του και την παρακάλεσε να ετοιμαστεί για έξοδο για να δουν ένα ενδιαφέρον χορευτικό συγκρότημα, που ήλθε για  μία μόνο παράσταση από το Ισραήλ.
Η δύναμη της θέλησης του ήταν αρκετή για να βρει τον τρόπο να την πείσει εύκολα να δεχτεί. Η παράσταση είχε ήδη αρχίσει.                                                                                              
Ο κόσμος που προσήλθε να την παρακολουθήσει δεν είχε γεμίσει τα καθίσματα, κι έτσι εύκολα βρήκαν δυο καλές θέσεις στη δεύτερη σειρά. Ήταν όλοι προσηλωμένοι και παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον. Άλλωστε το ίδιο βράδυ υπήρχαν τρεις ακόμη εκδηλώσεις με παρόμοιο περιεχόμενο, γεγονός που σημαίνει ότι αυτοί που ήλθαν έκαναν την επιλογή τους συνειδητά και όχι τυχαία. Το θέαμα ήταν υπέροχο με ζωηρές εναλλαγές στον ήχο και στα χορευτικά του μπαλέτου. Εφτά νέα παιδιά, τέσσερα αγόρια και τρεις κοπέλες, ντυμένα με ζωηρόχρωμα, γυαλιστερά ρούχα στριφογύριζαν στους ήχους της παραδοσιακής μουσικής, που έπαιζε  το συγκρότημα  που το αποτελούσαν έξι ακόμη φοιτητές του Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ.
Μόλις τελείωσε το κομμάτι, ένας από τους μουσικούς, που έκανε χρέη παρουσιαστή, ανάγγειλε το επόμενο. Εξήγησε ότι ήταν ένα χορευτικό τραγούδι εβραίων – βεδουϊνων της ερήμου, που θα το χόρευαν αντικριστά τέσσερα ζευγάρια. Ένας Κερκυραίος, μέλος της ισραηλιτικής κοινότητας είχε αναλάβει να κάνει τον  διερμηνέα, όμως ήταν τόση η ζωντάνια της παρουσίασης από τον παρουσιαστή, που με την έμφαση της προκαλούσε το ενδιαφέρον του θεατή για το τι θα ακολουθούσε. Πρώτα εμφανίστηκε  η τραγουδίστρια, μία χοντρή και όχι πολύ όμορφη κοπέλα  με αδρά χαρακτηριστικά και βαθιά φωνή που έκανε λες την προσπάθεια να τονίσει την κάθε λέξη, που άξιζε να ξεχωρίσει μέσα από τους στίχους του λαϊκού τραγουδιού της ερήμου. Βλέποντας να ξεπροβάλουν με πεταχτά μεγάλα βήματα πρώτα τα τέσσερα αγόρια και μετά οι τέσσερις κοπέλες του χορευτικού, ο Βασίλης έφερε στο νου του μία γαμήλια γιορτή Βεδουϊνων και βρέθηκε έτσι νοερά ανάμεσα στους καλεσμένους της. Οι καιρικές συνθήκες βοηθούσαν σ’ αυτή την κατεύθυνση. Έτσι κάπως θα ήταν κοντά σε μία Όαση της ερήμου μια τέτοια ώρα, που κάποιες δροσιές τ’ αέρα θα έκαναν λίγο να υποχωρήσει ο δυνατός ημερήσιος καύσωνας. Το ίδιο ακριβώς φεγγάρι θα ‘μπαινε ντεκόρ και σ’ αυτή την εκδήλωση, όπως και σε τούτη.
Όσο διαρκούσε το χορευτικό ο Βασίλης θαύμαζε τα κορίτσια του συγκροτήματος, που δεν είχαν μόνο χάρη στις κινήσεις τους και πλαστικότητα αλλά και μία σπάνια ομορφιά, που κυριολεκτικά τον μάγευε. Την όμορφη αυτή παρουσία τους την έβλεπε σαν κόσμημα στο ωραίο αποψινό σκηνικό. Ανάμεσά τους διέκρινε μία ψηλόλιγνη κοκκινομάλλα με ωραία μάτια, που με το χαμόγελό της πάσχιζε λες να τον  ξετρελάνει σε κάθε της λίκνισμα. Έτσι ο Βασίλης θέλησε, αν είναι δυνατό, να προσωποποιήσει αυτή τη σχέση θεατή και χορεύτριας. Να μπορέσει  απ’ αυτή την απόσταση να μιλήσει μαζί της. Να την κάνει να τον προσέξει και να της εκφράσει το θαυμασμό του για την αποψινή παρουσία της, για την σπάνια ομορφιά της. Σκέφτηκε ότι θα ‘χει κάποιο όνομα. Ένα από τα γνωστά ονόματά που έχουν οι Εβραίες. Θα την λένε Ρουθ ή Σάρα, σκέφτηκε συνεχίζοντας να απολαμβάνει την κάθε της κίνηση. Τώρα πια όλο το μπαλέτο είχε συντεθεί σ’ ένα μόνο πρόσωπο σ΄ ένα μόνο σώμα, που λικνιζόταν μαγικά για χάρη του Βασίλη.                                                                                    
Τώρα πια όλο το μπαλέτο είχε συντεθεί σε ένα μόνο πρόσωπο σε ένα μόνο σώμα που λικνιζόταν μαγικά για χάρη του Βασίλη.
Ζούσε στιγμές μοναδικές. Ερωτευμένος έτσι επιπόλαια, έτσι βιαστικά με ένα κορίτσι που δεν ήξερε ούτε το όνομά της. Ένα κορίτσι που δεν είχε δει και το πιθανότερο είναι ότι δεν θα  ξανάβλεπε ποτέ στη ζωή του. Το χορευτικό κομμάτι τελείωσε κι  οι χορευτές στάθηκαν στη σειρά για την ανάλογη υπόκλιση μπροστά στο κοινό, που τους χειροκροτούσε ζωηρά. Στην άκρη, προς την κατεύθυνση του Βασίλη βρίσκονταν το κορίτσι, που η εμφάνισή της τον είχε γοητεύσει τόσο πολύ. Έβαλε όλη του τη δύναμη να κερδίσει μια της ματιά. Όρθωσε ελαφρά το σώμα του συνεχίζοντας να χειροκροτεί και στήλωσε το βλέμμα του πάνω της με αυτοσυγκέντρωση, για να τη μαγνητίσει. Σαν από θαύμα της στιγμής, το πέτυχε. Κατάφερε να μιλήσει μαζί της με τα μάτια, να κλέψει ένα χαμόγελό της σε αποκλειστικότητα για κείνον.
Ένα πολύ βιαστικό χαμόγελο, πριν τρέξει μαζί με τα άλλα παιδιά του συγκροτήματος, να αποσυρθούν στο χώρο, που άλλαζαν φορεσιές για να εμφανιστούν στο επόμενο χορευτικό, που ήδη είχε σηκωθεί να το αναγγείλει ο παρουσιαστής. Ο Βασίλης άκουγε τα λόγια, ότι δηλαδή θα παρουσιαζόταν ένα χορευτικό κομμάτι των Ρουμανοεβραίων της περιοχής των Καρπαθίων, όμως εδώ και λίγες στιγμές ζούσε στον κόσμο του. Η μορφή της μικρής Εβραίας χορεύτριας είχε κυριεύσει τη σκέψη του.  Ζούσε στις δικές του σκέψεις. Το όνομα που είχε επιλέξει για την κοκκινομάλλα του δεν τον ικανοποιούσε. Ρουθ, ίσως να έλεγαν το άλλο κορίτσι, αυτήν με τα καστανά σγουρά μαλλιά, που χόρευε σαν κορυφαία από τα κορίτσια. Σάρα, πάλι, θα έλεγαν την πιο γεμάτη κοπέλα του συγκροτήματος με τα πολύ αδρά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο και την εμφάνισή της. Έτσι του ταίριαζαν καλύτερα τα ονόματα. Όμως πως πρέπει να λένε το κορίτσι με τα τόσο εκλεπτυσμένα χαρακτηριστικά της φυλής τους και τις υπέροχες φακίδες στο πρόσωπο; Ήδη το συγκρότημα είχε βγει στη σκηνή και αυτή τη φορά απαρτίζονταν από πέντε κορίτσια και πέντε αγόρια, που φόραγαν βλαχορουμάνικες φορεσιές. Τα αγόρια ήταν ντυμένα με άσπρες ανοιχτές πουκαμίσες, μαύρα γιλέκα και βράκες, που στένευαν κάτω από το γόνατο. Οι βράκες και τα γιλέκα είχαν κεντίδια από χοντρή κόκκινη κλωστή. Τα κεφάλια τους ήταν καλυμμένα με τα στρογγυλά θρησκευτικά καπελάκια των απανταχού Εβραίων, τα “Κιπά”. Τα κορίτσια φόραγαν μακριά μαύρα φουστάνια και ποδιές μονόχρωμες κεντητές, ενώ το ντύσιμό τους συμπλήρωναν με ένα πολύχρωμο μεγάλο μαντήλι, που φόραγαν αρχικά στις πλάτες τους σαν εσάρπα και στη συνέχεια το χρησιμοποιούσαν σαν απαραίτητο συμπλήρωμα στις χορευτικές τους κινήσεις. Άρχισαν το χορό σαν πέντε ζευγάρια με κινήσεις χαριτωμένες. Μικρά αριστερά δεξιά βήματα, ολόρθα λικνιστά τα σώματα, τα κορίτσια μπροστά από τ’ αγόρια. Η όμορφη κοκκινομάλα, που θαύμαζε ο Βασίλης ήταν προτελευταία προς το μέρος του. Σ’ αυτή τη φάση του χορού μπορούσε να την καμαρώνει σε όλη της τη χάρη. Όπως χόρευαν με αργές αρχικά κινήσεις σκόρπαγαν χαμόγελα στο πλήθος. Ο Βασίλης προσπάθησε κι έκλεψε ένα απ’ αυτά που έστελνε στο πλήθος τ’ ωραίο κορίτσι κι αμέσως βρήκε και τ’ όνομα, που ταίριαζε στη γλυκιά εβραιοπούλα. Υβόνη.          

Τώρα ο χορός γινόταν πιο έντονος. Τα αγόρια είχαν απλωθεί σε πέντε σημεία της σκηνής και έκαναν βήματα πηδηχτά κρατώντας τα δυο τους χέρια στη μέση τους και κάνοντας έναν διπλό ήχο κλακέτας, που δημιουργούσαν με τη μύτη και το τακούνι του δεξιού τους παπουτσιού σε κάθε τρίτο σάλτο, ενώ τα κορίτσια, κρατώντας ανοιχτές στα δυο τους χέρια  τις μαντήλες πίσω απ’ τις πλάτες, έκαναν γύρω τους  χαριτωμένες στροφές αλλάζοντας συνέχεια θέση γύρω από τον κάθε καβαλιέρο. Το σκηνικό ζωήρευε παίρνοντας χαρούμενους τόνους, που δημιουργούσαν ευχάριστη ατμόσφαιρα στους θεατές κάτι που πάσχιζαν να διατρανώσουν τα παιδιά του χορευτικού συγκροτήματος με τα πλούσια χαμόγελά τους. Τώρα οι άνδρες είχαν γονατίσει στο δεξί πόδι και χτύπαγαν ρυθμικά παλαμάκια, ενώ τα κορίτσια συνέχιζαν τις χαριτωμένες καντρίλιες τους με γρήγορα στριφογυρίσματα, που ανασήκωναν τα μακριά φουστάνια και άφηναν να φανούν τα ωραία άσπρα πόδια τους. Ο Βασίλης είχε καρφώσει το βλέμμα του πάνω στην Υβόνη και βρέθηκε να ταξιδεύει μέσα σε ένα όνειρο. Ονειρεύτηκε  ότι βρίσκεται σε ένα χωριό που απλώνεται σε μια βουνοπλαγιά στα Καρπάθια. Είναι ένα δροσερό καλοκαιριάτικο βράδυ και οι Εβραίοι κάτοικοί του γιορτάζουν την σιτοπαραγωγή, που το θέρισμά της αρχίζει την άλλη μέρα. Αυτός ταξιδευτής στον τόπο είναι φιλοξενούμενος και όλοι προσπαθούν να τον περιποιηθούν, να περάσει καλά. Δίπλα του έχει καθίσει η Υβόνη, μια πανέμορφη χωριατοπούλα, που μιλάει ασταμάτητα και συνεχώς χαμογελάει μ’ αυτά που λέει, χαρίζοντας στο Βασίλη την ομορφιά απ’ το χαμόγελό της και τη δροσιά, που βγαίνει από μέσα της. Τώρα έχει σηκωθεί να χορέψει μαζί με τα’ άλλα παιδιά του χωριού και τον καλεί να έλθει κι αυτός κοντά τους, να χορέψει μαζί τους. Ο Βασίλης διστάζει, θα ‘θελε να χορέψει μαζί της να νοιώσει τη μαγεία από το λυγερόκορμο λίκνισμα δίπλα του, όμως δεν το αποφασίζει. Τότε η Υβόνη με δύο χορευτικά στριφογυρίσματα, που αφήνουν να φανεί γυμνή, ολόκληρη η ομορφιά των ποδιών της, έρχεται κοντά του, απλώνει το δεξί της χέρι και τον τραβάει από το τραπέζι του φαγητού. Ο Βασίλης σηκώνεται μαγνητισμένος από την ομορφιά και τη χάρη της…
Σηκώνονται μαζί του κι οι άλλοι θεατές εδώ στο θεατράκι στην κορφή του Βενετσιάνικου κάστρου και χειροκροτούν έξαλα. Χειροκροτεί κι αυτός μαζί τους, ζαλισμένος έτσι σα να αισθάνεται ότι βρίσκεται κάπου ανάμεσα από τις καταπράσινες κοιλάδες των Καρπαθίων και τα γαλανά ήρεμα νερά του Ιονίου, που ξαφνικά του χάρισαν την αύρα τους, για να τον ξυπνήσουν από το παράξενο όνειρό του.                              
Το διάλειμμα της παράστασης το αξιοποίησαν με τη Γιάννα για να θαυμάσουν τη θέα ανεβαίνοντας στους πιο ψηλούς προμαχώνες. Όλα ήταν μοναδικά ωραία. Όλοι γύρω ευχαριστημένοι αντάλλασσαν χαιρετούρες και έλεγαν βιαστικά, ωραία λόγια για το μουσικοχορευτικό συγκρότημα. Πολλοί γνωστοί Εβραίοι της Κοινότητας είχαν δημιουργήσει γκρουπάκια και μίλαγαν χαρούμενοι για την ξεχωριστή κουλτούρα του λαού τους.
Μετά από ένα τέταρτο της ώρας οι μουσικοί γύρισαν στις θέσεις τους και ο παρουσιαστής σηκώθηκε ν’ αναγγείλει το επόμενο χορευτικό κομμάτι, που θα παρουσίαζε ένα φολκλορικό, μουσικοχορευτικό θέαμα των Εβραίων της Ισπανίας.
Η Υβόνη πάλι ήταν στο χορευτικό σύνολο, που τώρα ζωήρεψε τους ρυθμούς του και οι δαντελωτές πλουμιστές φούστες έδειχναν περισσότερο σαν ανοιχτές ομπρέλες, εμφανίζοντας όλο το περιεχόμενο που κρυβόταν κάτω απ’ αυτές. Ένα υπέροχο θέαμα. Στο τέλος αυτού του ξέφρενου Ισπανικού κομματιού ο Βασίλης έκανε πάλι κάθε προσπάθεια, για να ξαναπιάσει το βλέμμα ΤΗΣ. Ήθελε να της μιλήσει με τα μάτια, να της εκφράσει το θαυμασμό του. Τα κατάφερε πιο εύκολα από την προηγούμενη φορά. Η Υβόνη σταμάτησε για λίγο το βλέμμα της πάνω του και του χάρισε το χαμόγελό της. Τότε κι αυτός μπόρεσε να της φωνάξει δυνατά, χρησιμοποιώντας όλη τη δύναμη που έκρυβε η εμπειρία των ματιών του:
 –  ΓΕΜΙΖΕΙΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΟΜΟΡΦΙΑ.
Η νεαρή χορεύτρια πήρε το μήνυμά του και τρέχοντας προς το καμαρίνι μαζί με τους άλλους γύρισε στην κατεύθυνση του το κεφάλι της και του έριξε μία ματιά. Τίποτ’ άλλο. Ο Βασίλης έπεσε αναπαυτικά στην πολυθρόνα του ευχαριστημένος απ’ αυτήν την τόσο δύσκολη αλλά πετυχημένη επικοινωνία,  που μπόρεσε να έχει μαζί της. 
Ο ψηλός μουσάτος παρουσιαστής σηκώθηκε και πήρε σοβαρό ύφος αναγγέλλοντας το επόμενο χορευτικό κομμάτι.
 –  Θα παρακολουθήσετε τώρα – είπε – ένα χορευτικό μοτίβο, που γράφτηκε για ένα μέλος του συγκροτήματός μας που χάθηκε πρόωρα. Το κομμάτι αυτό χωρίζεται σε τρία μέρη:
 H χαρά της ζωής. Περισυλλογή. Η ζωή συνεχίζεται .
Τα δέκα μέλη του συγκροτήματος πρόβαλαν περπατώντας με σοβαρότητα προς το κέντρο της σκηνής , δείχνοντας ότι αποτίουν τιμή στο χαμένο φίλο τους χορευτή .
Βαριά σιωπή και συγκίνηση απλώθηκε στο χώρο κι η μουσική άρχισε να παίζει χαρακτηριστικά εβραϊκή μουσική. Τώρα ο τόπος γύρω έγινε Ισραήλ και  νεαροί εργάτες νόμιζες πως δούλευαν την έρημη  γη για να τη μετατρέψουν σε εύφορη κοιλάδα.                                                                                           
Χορευτικές σκηνές από την καθημερινότητα,  την εργασία και τη χαρά εναλλάσσονταν παρουσιάζοντας με τον πιο απλό τρόπο αυτήν ακριβώς την αξία της ξεγνοιασιάς, που δίνει η καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων στους τόπους εργασίας τους.
Ο βιολιστής από δίπλα χάραζε με γρήγορες και απαλές δοξαριές το γλυκόφωνο βιολί του, που λες και κελαηδούσε, χαρίζοντας την ομορφιά της φύσης στην όμορφη χορευτική σύνθεση.
Ξαφνικά όλα άλλαξαν και έγιναν μελαγχολικά. Η δοξαριές πάνω στο βιολί έγιναν βαριές, οι χορευτές πιάστηκαν από τους ώμους σε κύκλο και δύσκολα με τα κεφάλια σκυμμένα στο κέντρο έπαιρναν στροφές μονότονες, έτσι σα να τραγούδαγαν μοιρολόι. Η χαρά του σκηνικού χάθηκε από τα μάτια όλων, που έπεσαν σε περισυλλογή.
–  Τι είναι άραγε  αυτό που φταίει;
 – Γιατί χάνεται αυτός ο λαός χρόνια τώρα; 
Δίχως όμως να δοθεί χρόνος για μαύρες σκέψεις και πάλι η μουσική έγινε ξαφνικά εύθυμη, οι ρυθμοί ζωήρεψαν και τα’ αναπηδήματα στο χορευτικό ήταν κυρίαρχο. Η ζωή συνεχίζεται.
Το κομμάτι τελείωσε και μαζί μ’ αυτό και το πρόγραμμα της βραδιάς. Ήταν άλλωστε αναμενόμενο, όλα έχουν ένα τέλος. Τα παιδιά του συγκροτήματος και από το μουσικό και από το χορευτικό σύνολο καθώς και η τραγουδίστρια παρατάχτηκαν για τις τελευταίες υποκλίσεις σίγουροι ότι είχαν κάνει το καλύτερο, ότι είχαν δώσει τον πιο καλό εαυτό τους και σ’ αυτή την παράσταση.  
Ο γερό Σάμης είχε σηκωθεί όρθιος αλλά δεν είχε δύναμη να χειροκροτήσει μαζί με τους άλλους θεατές. Απλά έκλαιγε μια φορά ακόμη στη ζωή του για το ΙΣΡΑΗΛ. Ίσως να είναι η τελευταία φορά. Όλοι χειροκροτούσαν ζωηρά, ευχαριστημένοι και συγκινημένοι.
Ο Βασίλης όρθιος, απολάμβανε τις τελευταίες στιγμές που είχε τη χαρά να βλέπει το κορίτσι της βραδιάς, την Υβόνη. Κοίταζε κατ’ ευθείαν επάνω της, περιμένοντας να εισπράξει ένα ακόμη χαμόγελο, αυτό που θα του θύμιζε για χρόνια τη μορφή της. Το πέτυχε και αυτή τη  φορά να της πάρει ένα αποκλειστικό χαμόγελο και μία ματιά, που έδειχνε να ανταποκρίνεται στα βαθύτερα γι’ αυτήν αισθήματά του. Φεύγοντας φρόντισε να πάει κοντά στον φίλο του και πρόεδρο σήμερα της Ισραηλιτικής κοινότητας. Σφίγγοντάς του θερμά το χέρι του είπε:
–  Να ξέρεις τον αγαπάω πολύ αυτό το λαό.
–  Σ’ ευχαριστώ, ήμουνα σίγουρος για τα καλά σου αισθήματα. Καληνύχτα.
Αποχωρώντας ο Βασίλης έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του. Ήδη τα παιδιά του συγκροτήματος βρίσκονταν στο χώρο μπροστά από τη σκηνή και μίλαγαν με Εβραίους από τον τοπικό πληθυσμό. Η κίνησή του αυτή, να γυρίσει το κεφάλι προς το μέρος της έκανε την Υβόνη να τον προσέξει αμέσως, να σηκώσει το χέρι της και να τον χαιρετήσει ανταποδίδοντας του, μ’ αυτή της την κίνηση, την συμπάθεια  και το θαυμασμό που της έδειξε απόψε.                                                                                        

 Οι μέρες κύλαγαν ήρεμα όπως πρώτα. Το καλοκαίρι πλησίαζε στο τέλος του. Ο Βασίλης είχε την ευκαιρία πολλές φορές να μιλήσει με θαυμασμό σε διάφορες παρέες που βρέθηκε για το ωραίο θέαμα που πρόσφεραν οι φοιτητές του Πανεπιστήμιου της Ιερουσαλήμ δεν παρέλειπε ποτέ να τονίσει, το πόσο ωραία κορίτσια  χόρευαν στο συγκρότημα.
–  Χάσατε που δεν ήλθατε.
Αυτός είχε κερδίσει τη μορφή της Υβόνης, που για χρόνια θα την έφερνε στο νου του.
Πλησίαζε το τέλος του καλοκαιριού, οι ζεστές μέρες δεν έλεγαν να σταματήσουν. Το καθημερινό  ημερήσιο πρόγραμμα γίνονταν πιο κουραστικό από την πολύ ζέστη. Τα μεσημέρια μετά το φαγητό ο Βασίλης είχε ανάγκη, να πλαγιάσει για λίγη ξεκούραση. Το μεσημεριανό ρεστάρισμα, όπως το έλεγε. Έτσι κι αλλιώς οι πολλές του υποχρεώσεις τον ανάγκαζαν να εργάζεται και στις απογευματινές ώρες. Ήταν Πέμπτη μεσημέρι, η βδομάδα πλησίαζε στο τέλος της και η κούραση συσσωρευόταν. Η ώρα είχε πάει τρισήμιση και τα μάτια του Βασίλη είχαν ήδη βαρύνει. Πήρε την εφημερίδα του, όπως συνηθίζει στο κρεβάτι θα της έριχνε μία ματιά και θα τον έπαιρνε ο ύπνος. Έτσι για λίγο, για κανένα μισάωρο, του ήταν αρκετό  για να ξεκουραστεί στο μέσο της μέρας. Πάτησε και το κουμπί της τηλεόρασης, που συνήθως τον βοηθούσε να κοιμηθεί γρηγορότερα με το μονότονο πρόγραμμά της. Να όμως, που σήμερα κι εντελώς απροσδόκητα άκουσε κάτι που τον έβγαλε απ’ αυτή την καθημερινή του συνήθεια. Ξαφνικά η τηλεόραση διέκοψε το πρόγραμμα της και έβαλε για λίγα δευτερόλεπτα το σήμα ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΙΔΗΣΗ. Ο Βασίλης έντεινε την προσοχή του, γιατί τίποτε το έκτακτο δεν πίστευε, ότι θα μπορούσε να συμβεί μια τέτοια ώρα. Η ώρα ήταν 15.50, της Πέμπτης, τέσσερις του Σεπτέμβρη 1997.    

“Σε απ’ ευθείας σύνδεση από το πρακτορείο WTN μεταδόθηκαν σκηνές πανικού από την οδό Μπεν Γιεχούντα της Ιερουσαλήμ. Μητέρες με τα παιδιά τους σε σκηνές παραφροσύνης, τρεις εκρήξεις, πάρα πολλοί νεκροί ”.

Ο Βασίλης έχασε την ησυχία του απ’ αυτή την είδηση. Δεν του άρεσαν γενικά οι αιματοχυσίες πολύ περισσότερο όταν αθώοι άνθρωποι  πέφτουν θύματα. Τώρα η τηλεόραση μετέδιδε σε απ’ ευθείας μετάδοση τις άγριες αυτές σκηνές. Κάθισε να παρακολουθεί. Τα πλάνα ήταν ολοζώντανα. Οι καμικάζι της Χαμάς μπόρεσαν για μια ακόμη φορά να χτυπήσουν στην καρδιά του Εβραϊκού κράτους. Στον κεντρικότερο εμπορικό δρόμο της Ιερουσαλήμ Τα ασθενοφόρα είχαν φτάσει, για να περισυλλέξουν όποιον μπορούσαν.                                                                    
Δεν περίσσευαν ζωές στους Ισραηλίτες. Όμως η κάμερα, πηγαίνει σε ένα σύνολο από τέσσερα – πέντε άψυχα κορμιά. Κάνει κοντινό πλάνο και τι  είναι αυτό που βλέπει ο Βασίλης…. Η Υβόνη ή μάλλον το άψυχο πια κορμί της, ανάμεσα τους. Δεν ήθελε να πιστέψει στα μάτια του. Δεν είναι δυνατόν.
– Θεέ μου, δεν είναι δυνατόν.
Τι να πει, σε ποιόν να μιλήσει; Για ποιόν να μιλήσει;
Μπήκε στο μπάνιο και κλειδώθηκε. Άνοιξε τη βρύση του ντους και μπήκε από κάτω. Έκλαψε με γοερό κλάμα. Σταυροκοπήθηκε, έτσι γυμνός όπως ήταν στην μπανιέρα του. Ηρέμησε. Έφυγε ήρεμος για την απογευματινή εργασία του. Στη διαδρομή σταμάτησε μπροστά από ένα ανθοπωλείο, ζήτησε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.
Έφυγε βιαστικά και κατευθύνθηκε στο παλιό Βενετσιάνικο κάστρο. Περνώντας απ’ έξω, σταμάτησε το αμάξι του, άνοιξε την πόρτα, βγήκε για λίγο και έριξε το λουλούδι στο κηπάκι, μπροστά από την μεγάλη πύλη. Είχαν περάσει μόνο είκοσι μέρες από τότε.
“Όσα και τα χρόνια της Υβόνης”. Σκέφτηκε.
Έστρεψε το πρόσωπό του στον ουρανό και έκανε με τα μάτια κλειστά μία παράκληση. 
“Υβόνη, έλα εδώ. Κατέβα από τον Ουρανό και δώσε πίσω τα φτερά σου. Δεν ήσουν ακόμη έτοιμη για να πετάξεις. Δώσε τα φτερά σε μένα, να ανέβω ψηλά και συ έλα εδώ στη θέση σου, στο συγκρότημά σου να χορεύεις τα γρήγορα και τ’ άλλα τα λικνιστά, να δείχνεις ότι αυτός ο λαός γεννήθηκε, για να γλεντάει, να τραγουδάει και να χορεύει, όπως εσύ και ο βιολιστής στη στέγη, που γέμιζε με γλυκούς ήχους το περιβάλλον και ο Εβραίος γαλατάς, που ξέγνοιαστος κι αμέριμνος τραγουδούσε δυνατά  με την βροντερή φωνή του. Τώρα πια αυτός πάει ήταν παραμύθι και τελείωσε . Εσένα όμως η ζωή σου ανήκει. Δεν ήταν η σειρά σου να φύγεις. Δώσε σε μένα τα φτερά σου να  ανέβω  ψηλά. Να μη  βλέπω πια τη δυστυχία, που οι άνθρωποι ετοίμασαν για τον κόσμο .     
Να  βλέπω μόνο εσένα να στριφογυρνάς, να χορεύεις και να γεμίζεις τα μάτια μου ομορφιά ”

Αντώνης Δεσύλλας

Το διήγημα “ΥΒΟΝΗ” περιλαμβάνετε στο βιβλίο διηγημάτων με τίτλο
“Μικροί άγιοι” από τις εκδόσεις ΑΛΔΕ


 

                                                                                    

Επόμενο Άρθρο

Προηγούμενο Άρθρο

Θα χαρώ πολύ να γράφετε σχόλια που θα βοηθήσουν στην δημιουργία εποικοδομητικού διαλόγου. Τών παθών κρίσει καί ασκήσει περιγιγνόμεθα, πρότερον δέ ή κρίσις εστί. (Με την κρίση και την άσκηση κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, μα η κρίση είναι το πρώτο). - Πλούταρχος

© 2024 Λόγια…Άνεμοι της Ψυχής