Λόγια...Άνεμοι της Ψυχής

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΔΙΣΑΚΙΑ

Άλκης χάρ’κα – Δισακιά Μαριαλένα

Άλκης χάρκα!

Είχα σταματήσει μπροστά στο ψυγείο με τα παγωτά και δεν μπορούσα να αποφασίσω, καϊμάκι ή σοκολάτα; πριν προλάβω να αποφασίσω χτύπησε το τηλέφωνο.
-Κατερινάκι μου γύρισα!
-Καλώς την παράξενη ταξιδιώτισσα! Αποφάσισες να μαζευτείς επιτέλους;
-Ναι καλά , πάρτη σκούφια σου και βάρα! Κάνε καφέ έρχομαι από εκεί.
-Δεν μπορώ Μελινάκι είμαι έξω για ψώνια και αυτή η ζέστη με έχει αποσυντονίσει τελείως . Μήπως να λέγαμε καλύτερα για το απόγευμα; Να έχει λίγο δροσιά!
-Το απόγευμα τότε.
-Έγινε, τα λέμε.
Έγινε πιο εύκολη η επιλογή μου. Λατρεύαμε και οι δύο το καϊμάκι με σιρόπι βύσσινο!
Η Μελίνα ήρθε φορτωμένη τσάντες.
-Τι είναι όλα αυτά;
-Πεσκέσια της μάνας μου από το χωριό! Την επόμενη φορά θα χρειαστώ φορτηγό μάλλον για να τα φέρω!
-Όλα αυτά για μένα;
-Ξέρει ότι αν δεν είχα εσένα θα ήμουν κλεισμένη σε κανένα άσυλο μάλλον!
-Εγώ πάλι νομίζω πως ακόμα δεν της έχεις πει ότι δεν μαγειρεύεις με τίποτε!
-Πας καλά; Θες να με βρεις κρεμασμένη;
-Για πες, τι κάνει η κυρά- Φρόσω;
-Υπέροχα, κάθε χρόνο και καλύτερη η μανούλα μου! Ας τακτοποιήσουμε αυτά πρώτα και θα στα πω!
-Τι είναι αυτό;
-Κότα αλανιάρα!
-Παρακαλώ;
-Τίποτε δεν ξέρεις πια, κότα μεγαλωμένη ελεύθερη, όχι σε κοτέτσι.
-Όσο ζεις μαθαίνεις!
-Καλά, όταν την φτιάξεις βάλε και τις χυλοπίτες μαζί και κανόνισε να με φωνάξεις να την φάμε μαζί!
-Δεν θα ξεχάσω! Άντε κάτσε να βάλω παγωτάκι και πάμε στο μπαλκόνι να κάτσουμε. Ευτυχώς έχει δροσιά.
-Οι απέναντοι με τα παιδιά γυρίσαν;
-Όχι ευτυχώς, οπότε καταλαβαίνεις , έχει και ησυχία. Την άλλη εβδομάδα μάλλον θα έρθουν. Ανοίγουν βλέπεις τα σχολεία!
-Επιτέλους, Φθινόπωρο!
-Μπα τι έγινε φιλενάδα; Πεθύμησες δροσούλα και βροχή; Δεν είχε δροσιά στο χωριό;
-Α!! όσο γι’ αυτό φρόντισε η μάνα μου!
-Ξέρεις πόσο τυχερή είσαι φιλενάδα με τέτοια μάνα; Ποιος έχει σάλτσα ντομάτας, τραχανά , μαρμελάδες όλα σπιτικά!
-Τώρα και δροσιά!
-Τι έβαλε αιρκοντίσιον η κυρά – Φρόσω; Μη μου πεις!
-Ναι αμέ, από αυτά που έρχονται μαζί σου όπου πας!
-Ωχ! Τι δεν κατάλαβα εδώ;
-Από αυτά της μάνας μου , που δεν κάνεις βήμα χωρίς αυτά; Που σου γίνονται «ταγάρι». Για να μπαίνεις και στο κλίμα!
-Πάλι;
– Πάλι, φιλενάδα, πάλι.
-Αχ! Κυρά Φρόσω χαρά στο κουράγιο σου.
-Μα δεν θυμάσαι , το έχει δηλώσει κιόλας, «Εγώ ζωντοχήρα δεν σε αφήνω» .
-Για λέγε!
-Κάνε εικόνα! Έφτασα Σάββατο βράδυ , την επομένη το πρωί πίστευα θα κοιμηθώ μέχρι να χορτάσω ύπνο. Ναι καλά, στην μάνα μου είχα πάει και Κυριακή σημαίνει εκκλησία. Αξημέρωτα ήρθε πάνω από το κεφάλι μου και άρχισε την λειτουργία από μόνη της.
-Σήκω, κοκόνα μ, σήκω αστέρ μ, άντε και θα μεσημεριάσει πια!
-Τι να μεσημεριάσει βρε μάνα, ακόμα δεν ξημέρωσε καλά – καλά.
– Σήκω να ετοιμαστείς!
-Για που; Θα με πας στο δίπλα στάβλο να αρμέξω;
-Ο Θεός να φλά κόρη μ, Κυριακή στην εκκλησιά θα πάμ, και μετά στην πλατέα γι το υποβρύχιου μ!
-Την ξέρεις την μάνα μου αν δεν σηκωνόμουν από το κρεβάτι θα με έσερνε μ αυτό στην πλατεία! Το δρομολόγιο σταθερό, πρώτα στο φούρνο να αφήσουμε το ταψί με το κρέας και τις πατάτες, μετά εκκλησία, και επιτέλους πλατεία, εκείνη το υποβρύχιο και εγώ επιτέλους καφέ! Πάνω που άναψα τσιγάρο να απολαύσω τουλάχιστον αυτόν τον καφέ, γιατί τον πρωινό ούτε που τον κατάλαβα, ακούω δίπλα μου:
-Καλμέρα κυρά Φρόσ!
-Βρέ – βρέ καλώς τον, καλμέρα γιέ μ! Έλα να σου γνωρίσω την κόρη μου την Μελίνα, ψές ήρτε απ’ την Αθήνα! Μελίνα μ ο κύριος Άλκης, είναι ο καινούργιους υπάλληλους του ταχυδρουμείου μας!
-Χαίρω πολύ κύριε Άλκη!
-Χάρκα! Μιλίνα όμορφ όνοματακ έχς!
-Κάτσε Άλκη μου μαζί μας.
Δεν πρόλαβε να το πει η κυρά -Φρόσω και στρογγυλοκάθισε ο κυρ- Άλκης δίπλα μου! Για λόγους ευγενείας, φυσικά σκασίλα μου εμένα αλλά ποιος άκουγε την μάνα μου μετά, έπιασα την κουβέντα μαζί του! Τώρα ότι καταλάβαινα, ίσως, τα μισά από αυτά που έλεγε δεν χρειάζεται να σου το πω! Άσε εκείνο το κομπολόι, ντρίκγι – ντρίγκι μέσα στα αυτιά μου !
-Πως και ήρθατε στο χωριό μας κύριε Άλκη;
-Ήταν ον’ ρο της γυναικς μ, να γυρις στου χουριό τς!
-Α όμορφα!
-Όχι πλυ!
-Γιατί , δεν θέλατε εσείς να έρθετε;
-Γώ να μη θέλ; Μένα ότι με έλεγε η σχωρεμεν κυρά μ ήταν διαταγή συνταγματάρχ!
Εκεί ομολογώ μπλόκαρα η γυναίκα, που να ξέρω; Έχασα για λίγο την φωνή μου και ψιθύρισα ένα :
-Λυπάμαι δεν ήξερα!
-Δε προκαμ η καιμέν να ‘ ρθει όρθια, τη φέραμ ξάπλωτή!
Ο άνθρωπος έλεγε τον πόνο του αλλά εγώ με το ζόρι πια κρατούσα το γέλιο μου, η μάνα μου βέβαια με κατάλαβε και γυρνά με ύφος και μου λέει :
-Χήρος αξιοπρεπείς είναι ο κύριος Άλκης μας! Και πριν προλάβω να πάρω ανάσα τον είχε καλέσει σπίτι για φαγητό. Η κυρά – Φρόσω στο τραπέζι έπλεξε το εγκώμιο μιας καλής νοικοκυράς που φυσικά ούτε που την είχα ακουστά, εγώ. Κάποια στιγμή την άκουσα να του λέει:
-Να φας πίτα απ’ τα χεράκια της, να γλυφς τα δαχτύλια σ!
-Βασικά ναι , μόνο αυτά όμως γιατί από πίτα δεν βλέπω να υπάρχει, απάντησα.
-Αι βρε κοριιιτς με τα χωτά σ!!!! Γέλαγε ο Κυρ – Άλκης , αχ που να ήξερα! Εγώ πάντως την αλήθεια την είπα και αν δεν κατάλαβε κακό του κεφαλιού του σκέφτηκα. Όσες μέρες έμεινα στο χωριό «ταγάρι» ο Άλκης. Που τον έχανες που τον έβρισκες στο σπίτι μας. Αυτό φυσικά δεν με πολύ απασχολούσε γιατί καθόμασταν στην αυλή εγώ έβλεπα τα αστέρια και η μάνα μου κουβέντιαζε μαζί του. Φυσικά είχαν αρχίσει τα νεύρα μου να τεντώνουν, είχε και εκείνο το γυάλινο το κομπολόι , ποτέ δεν είχα ακούσει τόσο ενοχλητικό θόρυβο. Άσε τα κουτσομπολιά!
-Αι μωρε με τη μουσχάρα, σα πέρα την είδ’ και βόλευε τα κτέτσα, μη και σαλέψ’ το κ@λ@ τς και χας΄κανα ξίγκ!
-Ανεπρόκοπη μια ζωή είναι καλέ η κόρη της Στέλλας, όλοι στο χωριό τη ξέρουν! Θέλει να την παντρέψει η μάνα της αλλά ποιος να την πάρει!
Έκοβε αυτός έραβε η μανά μου! Υπομονή Μελινάκι έλεγα, θα φύγεις, θα γλυτώσεις. Τελευταία μέρα είχα έτοιμα τα πράγματά μου και έκατσα στην αυλή να χαλαρώσω. Έβλεπα την κυρά Φρόσω από νωρίς, πήγαινε, ερχόταν , φύσαγε ξεφύσαγε!
-Τι έπαθες ρε μάνα;
-Τι να πάθω… α! να μην ξεχάσω να σου βάλω και τραχανά!
Έφυγε σχεδόν τρέχοντας να πάει μέσα να βάλει και τον τραχανά.
-Καλ΄σπερα Μιλίνα!
-Καλησπέρα και σε σένα, αυτός ο άνθρωπος να μην λέει πια μια λέξει ολόκληρη, όλες κατακρεουργημένες βγαίνουν από το στόμα του.
-Αι παμ;
-Που να πάμε; Κανονίσαμε κάτι και δεν το θυμάμαι;
-Έπερα τηλέφουν τη μάνας και τς είπα θα περάς να σ πάρου να πάμ για πουτό.
-Από την αρχή χρειαζόμουν λίγο χρόνο για να μεταφράσει ο εγκέφαλός μου τα λεγόμενά του , αλλά τώρα ο θυμός με μπέρδευε παραπάνω. Η κυρά – Φρόσω με είχε βάλει να ντυθώ και καλά να πάμε οι δυο μας βόλτα, είχε κανονίσει όμως άλλα πίσω από την πλάτη μου . Έξαλλη έγινα!
-Δεν θα έρθω, δεν μου είπε τίποτε η μάνα μου, προσπάθησα να δικαιολογηθώ!
-Αχ η ατιμ΄ φοβήθκε να στ΄πει!
-Όπως και να έχει δεν θα πάμε πουθενά! Αν θες κάτσε εδώ.
-Τι να σ καν΄ βρε ζαγάρ΄ πείσματάρ σα γαϊδούρ είσαι.
-Ναι βρίσε μας κιόλας!
-Αι βρε κουρίιιιτς!! Γω σένα να βρίσου; Σε συμπαθάου !!
-Σκέψου και να μην με συμπαθούσες δηλαδή. Αύριο φεύγω και θα μείνω με την απορία σκέφτηκα, έτσι τον ρώτησα.
-Συγνώμη για την ερώτηση , αλλά να το κουστουμάκι το φοράς συνέχεια λόγω του πένθους σου;
-Όχι, πρέπ να ΄μι σοβαρς, δω ήήρθ΄ σε δλειά δημόσσια δεν μπουρώ να φρώ τζίνια, άς που δε μ αρέσνε !
-Σωστά, δεν το σκέφτηκα, και το νυχάκι στο δακτυλάκι, έτοιμη ήμουν να τον ρωτήσω αλλά με πρόλαβε.
-Μιλίνα πρεπ΄ να σ μιλίσου! Δεν ήθελ να στα που δω μα αφου δεν έρχες΄ όξου ας τα που δω!
– Δεν την γλυτώνω δηλαδή με τίποτε;
-Ας τα χωρατά Μιλίνα μ , θέλου να μιλής μ σβαρά!
-Πόσο σοβαρά δηλαδή;
-Άκ΄ με, είμ πουλύ καιρό μόνος μ. Η μοναξιάμ εν μεγάλ, δε μπουρώ ούτ΄καφέ να πιού μοναχός μ.
– Εγώ πάλι μπορώ! Και για να πω την αλήθεια όχι μόνο καφέ αλλά και ποτό, ένα τσιπουράκι τώρα θα ήταν ότι πρέπει.
-Μ είπε η μάνας φεύγς, πας Αθήνα πάλ΄ ε;
-Άλκη , άστο μην το κουράζεις, δεν μένω για κανέναν λόγω στο χωριό και σίγουρα όχι για σένα.
-Σ ζήτης η μανας να μεινς;
-Παρακαλώ;
-Λέω, σ ζήτης η μάνας να μείνς;
-Όχι, αλλά από ότι καταλαβαίνω μάλλον θα μου το ζητήσεις εσύ, οπότε μην κάνεις τον κόπο.
-Ιγώ; Γιατί να του κάμω; Σάματις είσι συ για παντριά; Δω δεν ξερς να βράσς αυγό, τι να σ κάμει σένα άντρας; Αλλά γώ θα προσπαθς να σε φτιάξ. Θα σ μάθ΄η μάνας να φτιαχνς πίτς και μετά θα σ πάρ!
Τέτοια πρόταση φιλενάδα ούτε στο εχθρό μου σου λέω. Να με απορρίπτει, εμένα, ποιος; Ο χωριάτης. Που μια ολόκληρη λέξη δεν άκουσα όλο το καλοκαίρι. Για να μην στεναχωρήσω την μάνα μου, που να ήξερα!!! Με το ζόρι προσπαθούσα πιά να καταλάβω τι ήθελε να μου πει! Πήρα που λες φιλενάδα το σοβαρό μου και ξεκίνησα το παιχνίδι.
-Αχ! Με συγχωρείς , Άλκη μου αλλά μάλλον παρεξήγησες. Περίμενε να σου εξηγήσω.
Επιτέλους άφησε το κομπολόι του πάνω στο τραπέζι, γούρλωσε και τις δυο κουμπότρυπες που είχε για μάτια και προσπαθώντας να μην τυφλωθώ από το ιλουστρασιόν κεφάλι του , είπα:
-Ο λόγος αγαπητέ μου που ήρθα στο χωριό ήσουν εσύ. Με πήρε η κυρά – Φρόσω τηλέφωνο και μου μίλησε για σένα με τα καλύτερα λόγια. Έπρεπε λοιπόν να έρθω, να σε γνωρίσω για να δώσω την συγκατάθεσή μου για τον γάμο σας! Συμφωνώ λοιπόν! Ταιριάζετέ και θα περνάτε σίγουρα πολύ όμορφα μαζί! Με την ευχή μου λοιπόν! Καληνύχτα!
-Πας καλά; Τι έκανες ; Φόρτωσες τον γαμπρό στη κυρα Φρόσω;
-Εγώ τι έκανα; Μία σου και μία μου κυρά Φρόσω! Να την δω τώρα πως θα ξεμπλέξει! Φυσικά με το που είπα καληνύχτα, ο κυρ Άλκης σηκώθηκε σαν ζόμπι και έφυγε!
-Μελίνα ούτε ψύλλος στον κόρφο σου όταν ξαναπάς στο χωριό!
-Ρεεεεεεε!!! Τι διάολο; Αυγά σας καθαρίζουν κλώσες!!!
Η φωνή από το απέναντι μπαλκόνι μας επανάφερε στην τάξη.
-Δίκιο έχει Κατερινάκι, δεν είμαστε στο χωριό! Αλλά μιας και είπε για αυγά δεν πας να κάνεις μια ομελέτα να πιούμε καμιά μπυρίτσα;
-Από… πως την είπαμε; αλανιάρα κότα είναι τα αυγά;
-Φυσκά κουριτς μ!!

 

(Maria Elena Davi )Μαριαλένα Δισακιά

 

Επόμενο Άρθρο

Προηγούμενο Άρθρο

Θα χαρώ πολύ να γράφετε σχόλια που θα βοηθήσουν στην δημιουργία εποικοδομητικού διαλόγου. Τών παθών κρίσει καί ασκήσει περιγιγνόμεθα, πρότερον δέ ή κρίσις εστί. (Με την κρίση και την άσκηση κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, μα η κρίση είναι το πρώτο). - Πλούταρχος

© 2024 Λόγια…Άνεμοι της Ψυχής